ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΟΤΟΠΙΑ




Για μικρά tips που θα κάνουν τη συγγραφική ζωή σας ευκολότερη,
Στην κατηγορία λέξεις για τις λέξεις, συγγραφείς μιλούν για τη συγγραφή.
μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων, ποίηση και
αποσπάσματα βιβλίων, παλιών, νέων, αγαπημένων.
Στην κατηγορία λογοτεχνικά είδη,
θα βρείτε κείμενα της θεωρίας της λογοτεχνίας
και επιστημονικές εργασίες.

27 Απρ 2017

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Ο Χειμώνας της Άντυ, Ιωάννα Αμπατζή

Προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή "Ψυχ-ώσεις σε Μπλε Μαρέν", εκδ. Μολύβι
  


Ο χειμώνας της Άντυ

Δεν είχε δόντια. Ούτε κι ο φίλος της.
Και φλέβες δεν τους είχαν μείνει.
Πιασμένοι χέρι χέρι, κατρακυλούσαν
τις κυλιόμενες σκάλες του παλιού εμπορικού,
ζαλισμένοι απ’ τα μεγάλα φώτα,
και μια μουσική
που δεν ήτανε της αρεσκείας τους.
«Φύγετε από δω!» είπε ο σεκιουριτάς,
«Χοντρομαλάκα» είπε εκείνη,
«Πάμε να φτιαχτούμε, Άντυ, άσ’τον, γάμα τον»
είπε ο φίλος της.
Στη γωνιά του πάρκινγκ ,
πίσω απ’ τον σπασμένο τοίχο,
ακουμπισμένοι δίπλα δίπλα,
πιασμένοι χέρι χέρι,
ακολουθούσαν την τελετουργία της φωτιάς ·
να ζεστάνουν τα κόκαλα και τα κουτάλια τους,
να τρυπήσουνε ο ένας τον άλλον
κάτω απ’ τη γλώσσα,
να ταξιδέψουνε πριν βγάλουν τη χαρμάνα.
Μα, κρυώνει η Άντυ,
χειμώνας μπήκε μέσα της,
χαίρεται η Άντυ την παγωνιά,
βασίλισσα των πάγων,
οι κόρες των ματιών της
μικραίνουν και μικραίνουν,
ώσπου χάνονται,
μια κουκκίδα μπλε τα μάτια της,
ασορτί με το γκράφιτι του σπασμένου τοίχου.
Δίπλα της, ο Γιώργης, καβαλάει δράκους,
πετάει, χαχανίζει,
τρέχουν τα σάλια του φαφούτικα,
πάνω στο χειμωνιάτικο στήθος της Άντυ,
νομίζει τις σειρήνες για τραγούδι,
κι ούτε κατάλαβε
πότε την πήραν από δίπλα του.

Ιωάννα Αμπατζή, 2017

26 Απρ 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΒΙΒΛΙΩΝ Το άρωμα, Πάτρικ Ζίσκιντ


-Οι μυρωδιές κλείνουν μέσα τους μια πειθώ, που είναι δυνατότερη απ΄ τα λόγια, απ΄ τα αισθήματα και τη θέληση, ακόμα κι απ΄ αυτό που βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας. Κανείς δεν μπορεί ν΄ αντισταθεί στην πειθώ της μυρωδιάς, εισχωρεί μέσα μας όπως ο αέρας στα πνευμόνια, μας κατακυριεύει, χωρίς να μπορούμε ν΄ αντιδράσουμε.

-…Έφερε τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού στη μύτη κι ανάσανε βαθιά. Το μόνο που ένιωσε ήταν ο υγρός ανοιξιάτικος αέρας, φορτωμένος με το άρωμα της ανεμώνας. Τα δάχτυλά του δεν μύριζαν τίποτα. Γύρισε το χέρι του ανάποδα και μύρισε τη χούφτα του. Ένιωσε τη ζεστασιά της, αλλά δεν μύρισε τίποτα. Ανασήκωσε το σκισμένο μανίκι του πουκαμίσου του κι έχωσε τη μύτη του στο μέρος του αγκώνα. Ήξερε ότι σ΄ αυτό το σημείο όλοι οι άνθρωποι μυρίζουν με τη δική τους μυρωδιά. Εκείνος όμως δεν μύριζε τίποτα. Δε μύριζε ούτε καν στις μασχάλες, στα πόδια ή στα γεννητικά του όργανα. Ήταν γελοίο: αυτός, ο Γκρενουίγ, που μπορούσε να διακρίνει από μίλια μακριά τη μυρωδιά των άλλων ανθρώπων, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μυρωδιά του εαυτού του!

-Αυτός, ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενουίγ, γεννημένος χωρίς μυρωδιά στο πιο βρώμικο μέρος του κόσμου, γεννημένος μέσα στα σκουπίδια, τις κοπριές και τη σαπίλα, μεγαλωμένος χωρίς αγάπη, ζώντας χωρίς ζεστή ανθρώπινη ψυχή, αλλά αποκλειστικά και μόνο από πείσμα κι απ΄ τη δύναμη της αηδίας, κοντός, καμπούρης, κουτσός, άσχημος, ένα τέρας μέσα κι έξω –αυτός είχε καταφέρει να κερδίσει την αγάπη όλου του κόσμου. Κι όχι μόνο την αγάπη! Τη λατρεία! Τον έρωτα! Είχε κατορθώσει τον άθλο του Προμηθέα. Είχε αποκτήσει με δικές του δυνάμεις τη θεϊκή σπίθα, που οι άλλοι άνθρωποι έχουν από γεννησιμιού τους και που μόνο εκείνος είχε στερηθεί. Κι ακόμα παραπάνω! Την είχε δημιουργήσει ολομόναχος. Ήταν ακόμα πιο μεγάλος απ΄ τον Προμηθέα. Είχε φτιάξει μια μυρωδιά, τόσο αστραφτερή και τόσο γλυκιά, που κανείς άλλος δεν είχε πριν απ΄ αυτόν. Και δε τη χρωστούσε σε κανένα –ούτε σε πατέρα, ούτε σε μητέρα, ούτε στο Θεό, μόνο στον εαυτό του.

- Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί η εκτέλεση ενός από τους απεχθέστερους εγκληματίες του καιρού εκείνου στο μεγαλύτερο βακχικό όργιο που είδε ο κόσμος από τον δεύτερο αιώνα προ Χριστού και μετά: γυναίκες αυστηρής ηθικής έσκιζαν τις μπλούζες τους και ξεγύμνωναν τα στήθη τους με υστερικές κραυγές και ρίχνονταν στο χώμα ανασηκώνοντας τις φούστες τους. Οι άντρες μπέρδευαν τα βήματά τους στη θάλασσα της γυμνής ερεθισμένης σάρκας, γδύνονταν με τρεμάμενα χέρια κι έπεφταν όπου έβρισκαν λαχανιάζοντας. Γέροι ζευγάρωναν με παρθένες κι οι άκληροι με τις κυρίες, οι μαθητευόμενοι με τις καλόγριες, οι Ιησουίτες με τις γυναίκες των Φραμασόνων, όλοι με όλους. Ο αέρας είχε βαρύνει απ’ τη γλυκιά μυρωδιά του ιδρώτα και του έρωτα. Ο τόπος είχε γεμίσει φωνές κι αναστεναγμούς και βογκητά δέκα χιλιάδων ανθρώπινων ζωών.

ΠΗΓΕΣ: http://iliaxtides.blogspot.gr/2012/02/blog-post_22.html
https://www.facebook.com/politakis.alexandros?hc_ref=NEWSFEED&fref=nf

19 Απρ 2017

Ο ποταμός, Octavio Paz







Η πολιτεία ξάγρυπνη τρέχει στο αίμα μου, κυκλοφορεί σα μέλισσα.
Και το αεροπλάνο που χαράσσει έναν λυγμό σαν σίγμα λατινικό κεφαλαίο,
τα τραμ που γκρεμίζονται σε κάτι προκεχωρημένες γωνίες,
το δέντρο τούτο το κατάφορτο με ύβρεις, που το ταρακουνάνε στην πλατεία,
όταν χτυπάει μεσάνυχτα,
οι θόρυβοι που σηκώνονται και εκρήγνυνται, αλλά κι εκείνοι οι άλλοι που
γλιστρούν και ψιθυρίζουνε στ’ αφτί κάποιο ερεθιστικό μυστικό τους,
όλα τούτα ανοίγουν το σκότος, βάραθρα των άλφα και των όμικρων, σήραγγες
φωνηέντων σιωπηλών,
στοές που διατρέχω με τα μάτια δεμένα, αποκοιμισμένη η αλφάβητος εκβάλλει
στα φρέατα σαν άλλος ποταμός μελάνης,
και η πολιτεία πάει κι έρχεται, και το λίθινο κορμί της γίνεται κομμάτια
και θρύψαλα, σαν φτάνει στους κροτάφους μου,
όλη τη νύχτα, το κάθε κομμάτι, ένα-ένα, άγαλμα το άγαλμα, πηγή την πηγή
και πέτρα την πέτρα, όλη τη νύχτα,
τα κομμάτια της γυρεύουνε στο μέτωπό μου τό ’να τ’ άλλο, όλη τη νύχτα η
πολιτεία, ενώ κοιμάται, μιλάει με το στόμα μου,
και είναι λόγος ακατάληπτος και λοίσθιος, ψέλλισμα νερών και πέτρα που
πολεμάει, η ιστορία της είναι.
Να σταματήσει μια στιγμή, να σταματήσει το αίμα μου, να το κάνει να
σταθεί, να σταθεί που πηγαινοέρχεται, που όλο πηγαινοέρχεται και
τίποτα δεν λέει,
ενώ κάθεται πάνω μου, και πάνω μου καθισμένο σαν γιόγκι στον ίσκιο της
συκιάς, σα Βούδας στου ποταμού την όχθη, ω, ναι, να σταματήσει μια
στιγμή,
μία μόνο στιγμή να σταματήσει, και, καθισμένο στου χρόνου την όχθη, την
εικόνα να μου σβήσει του ποταμού που, ενώ ομιλεί κοιμώμενος, δεν λέει
τίποτα και όλο με σέρνει και με τραβάει μαζί του,
καθισμένο στην όχθη να σταματήσει τη ροή του ποταμού, ν’ ανοίξει τη στιγμή,
να διαπεράσει τις αίθουσές της τις έκθαμβες και να φτάσει στων υδάτων
το κέντρο,
να πιεί στην πηγή την ακένωτη, να γίνει γαλάζιων συλλαβών καταρράχτης που
γκρεμίζεται από πάνω από πέτρινα χείλη,
καθισμένο στην όχθη της νύχτας σα Βούδας που κάθεται στου ίδιου του εαυτού
του την όχθη, το άνοιξε-κλείσε όντας της στιγμής,
η πυρκαγιά και ο όλεθρος και η γέννηση της στιγμής και η ανάσα της νύχτας
που φτεροκοπάει τεράστια, καθώς χιμάει προς την όχθη του χρόνου,
να πει ό,τι λέει και ο ποταμός, λόγος μέγας γόνιμος πανόμοιος με χείλη,
λόγος μέγας γόνιμος που ουδέποτε κενούται,
να πει ό,τι λέει και ο χρόνος με φράσεις λίθινες σκληρές, με νεύματα
αχανή θαλάσσης που κόσμους υπερκατακλύζει πάντοτε, κόσμους και
κόσμους.
Πάντα στα μισά του ποιήματος κατακυριεύομαι από απελπισία μεγάλη, τα πάντα
μ’ εγκαταλείπουνε μόνον μου,
κανείς δεν είναι στο πλευρό μου, ούτε καν τα μάτια εκείνα που από πίσω απ’
την πλάτη μου βλέπουν εκείνα που γράφω,
και ούτε πίσω υπάρχει ούτε εμπρός, η γραφίδα εξεγείρεται, δεν υπάρχει αρχή
και τέλος, ούτε καν ένας τοίχος τουλάχιστον για να πηδήξω,
σπιανάδα παντέρμη είναι το ποίημα, τα λεκτά δεν είναι λεκτά και τα μη λεκτά
είναι άλεκτα,
πύργοι, δώματα ερειπωμένα, βαβυλωνίες, θάλασσα με αλάτι μαύρο, βασίλειο
τυφλό,
όχι,
να σταματήσω, να σωπάσω, να κλείσω τα μάτια μέχρι να βγει ν’ αναπηδήσει από
μέσ’ απ’ τα μάτια μου ένα στάχυ, ένα σιντριβάνι ήλιοι
και η αλφάβητος να κυματίσει διάπλατη κάτω απ’ τον άνεμο του ονείρου, και
η παλίρροια να φουσκώσει, να γίνει κύμα, και το κύμα να σπάσει το φράγμα,
να περιμένω ίσαμε να σκεπαστεί με αστέρια το χαρτί και δάσος να γίνει το
ποίημα από λέξεις που ’ναι αναρριχητικές περιπλοκάδες,
όχι,
τίποτα να πω δεν έχω εγώ, κανείς δεν έχει να πει τίποτα, κανείς και τίποτα
εκτός από το αίμα,
τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτό το πηγαινέλα του αίματος, απ’ αυτή τη γραφή για
ό,τι γραμμένο και από την επανάληψη της ίδιας λέξης στα μισά του
ποιήματος,
συλλαβές του χρόνου, γράμματα σπασμένα, σταξιές μελάνης, αίμα που πάει κι
έρχεται και δεν λέει τίποτα, και όλο με σέρνει και με τραβάει μαζί του.
Και λέω το πρόσωπό μου σκυμμένο πάνω απ’ το χαρτί, και κάποιος από πλάι μου
γράφει, ενώ το αίμα έρχεται συνέχεια και πάει,
και η πόλη πάει κι έρχεται συνέχεια και συνέχεια μέσ’ απ’ το αίμα του, και
θέλει κάτι να πει, ο χρόνος θέλει κάτι να πει, η νύχτα θέλει να πει,
να μιλήσει,
όλη νύχτα ο άντρας θέλει να πει μία και μόνο μία λέξη, να πει επί τέλους
τον λόγο του, που ’χει με πέτρες φτιαχτεί από κατεδάφιση,
και ακονίζω το αφτί, ν’ ακούσω θέλω ο άντρας τί λέει, να επαναλάβω τί λέει
η πόλη, τί λέει η πόλη και μένει μετέωρη,
κι όλη τη νύχτα εντελώς στα τυφλά οι σπασμένες ψάχνονται πέτρες στο μέτωπό
μου επάνω, όλη τη νύχτα το νερό παλεύει την πέτρα,
οι λέξεις τη νύχτα, η νύχτα τη νύχτα, και τίποτα πια δεν φωτίζει τη θαμπή
ετούτη εδώ τη μάχη,
η ταραχή των όπλων δεν πετάει αστραπές στην πέτρα, ούτε καν σπίθα στη νύχτα,
και εκεχειρία δεν γίνεται,
είναι μάχη μεταξύ αθανάτων θανάσιμη,
όχι,
να γυρίσουν πίσω, ν’ ανακόψουν το ποτάμι του αίματος, τον ποταμό της
μελάνης,
να σταματήσουν τη ροή και τη νύχτα, να τις γυρίσουν και τις δύο τους πίσω,
να εκθέσουν τα σπλάχνα τους,
να δείξει το νερό την καρδιά του που ’ναι ένα σμάρι πνιγμένοι καθρέφτες,
δέντρο κρυστάλλινο που το ξεριζώνει ο άνεμος
(και κάθε φύλλο του πετάει και μαρμαίρει και χάνεται μέσα σ’ ένα βάναυσο
φως, όπου οι λέξεις χάνονται μονίμως μέσα στου ποιητή την εικόνα),
να κλείσει ο χρόνος και να γίνει ουλή αθέατη η πληγή του, κομψή γραμμή
ανεπαίσθητη στο δέρμα του κόσμου,
ν’ αποθέσουν οι λέξεις το όπλα και να γίνει το ποίημα μιά λέξη μοναδική
με ύφανση πυκνότατη,
και να γίνει η ψυχή χωράφι μετά από το καψάλισμα, στήθος φεγγαρίσιο
κάποιας απολιθωμένης θάλασσας, όπου δεν καθρεφτίζεται πλέον τίποτα
εκτός από μιαν έκταση εκτεταμένη, το διάστημα απλωμένο επάνω στον εαυτό
του, τα απέραντα φτερά φαρδια-πλατιά ξεδιπλωμένα,
και να γίνουν τα πάντα σα φλόγα που σμιλεύεται και ψύχεται στο βράχο με
τα διάφεγγα σπλάχνα,
λάμψη σκληρή που έγινε κιόλας κρύσταλλο και διαύγεια ειρηνική, διαύγεια
γαλήνια.
Και ο ποταμός ανεβαίνει ξανά τη ροή του, διπλώνει ξανά τα πανιά του,
μαζεύει ξανά τις εικόνες του και ύστερα ξανακλείνεται στον εαυτό του.
Γενεύη 1953
"Ο ποταμός"
Octavio Paz
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/effie.kodona/posts/2006704419552394

3 Απρ 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ, Μαργκερίτ Ντυράς, Η Αρρώστια του Θανάτου


Θα έπρεπε να μην τη γνωρίζετε,
να την είχατε συναντήσει παντού ταυτόχρονα,
σ΄ένα ξενοδοχείο, σ΄ένα μπαρ, σ΄ένα βιβλίο,
σ΄ένα φιλμ, στον εαυτό σας, μέσα σας,
μέσα μου, στο φαλλό σου στημένο τυχαία
μέσα στη νύχτα, που ψάχνει κάπου να μπει
να ξαλαφρώσει από τα δάκρυα που τον γεμίζουν.

Ρωτάει: Ποιοι θα ήταν οι άλλοι όροι;
Λέτε ότι θα έπρεπε να σωπαίνει σαν τις γυναίκες
των προγόνων της, να υποταχθεί απόλυτα σε σας,
στη θέλησή σας, να σας είναι απόλυτα υποταγμένη
σαν τις χωριάτισσες που μετά το θέρος κατάκοπες
μέσα στους αχυρώνες, αφήνουν τους άνδρες
να τις πλησιάσουν ενώ κοιμούνται - έτσι,
για να μπορέσετε σιγά σιγά να συνηθίσετε
αυτό το σχήμα που θα γινόταν ένα με το δικό σας.

Νέα, θα ήταν νέα. Στα ρούχα της, στα μαλλιά της
θα λίμναζε μια μυρωδιά, θα ψάχνατε να βρείτε τι είναι,
τελικά θα την ονομάζατε όπως ξέρετε να ονομάζετε.
Θα λέγατε: Μυρωδιά από ηλιοτρόπιο και κίτρο. Απαντά:
Όπως σας αρέσει.

Μέχρι εκείνη τη νύχτα δεν είχατε καταλάβει
ότι μπορεί κανείς ν΄αγνοεί αυτό που βλέπουν
τα μάτια, αυτό που αγγίζουν τα χέρια, αυτό
που αγγίζει το κορμί. Ανακαλύπτετε αυτή την άγνοια.
Λέτε: Δεν βλέπω τίποτε.
Δεν απαντά.
Κοιμάται.

Την ξυπνάτε. Την ρωτάτε αν είναι πόρνη.
Κάνει νόημα, όχι.
Την ρωτάτε γιατί δέχτηκε το συμβόλαιο
για τις πληρωμένες νύχτες.
Απαντά με μια φωνή κοιμισμένη ακόμα,
σχεδόν σβησμένη: Γιατί από τη στιγμή
που μου μιλήσατε είδα ότι είχατε προσβληθεί
απ΄την αρρώστια του θανάτου. Τις πρώτες μέρες
δεν ήξερα να την ονομάσω αυτή την αρρώστια,
ύστερα μπόρεσα.
Της ζητάτε να επαναλάβει τις λέξεις. Κάνει
αυτό που της ζητάτε, επαναλαμβάνει τις λέξεις:
Η αρρώστια του θανάτου.
Τη ρωτάτε, πώς το ξέρει . Λέει ότι το ξέρει.
Λέει ότι το ξέρουμε χωρίς να γνωρίζουμε
πως το ξέρουμε.
Τη ρωτάτε: Γιατί η αρρώστια του θανάτου
είναι θανατηφόρα;
Απαντά: Γιατί αυτός που έχει προσβληθεί
δεν ξέρει ότι κουβαλά μέσα του τον θάνατο.
Και γιατί θα πεθάνει χωρίς να έχει ζήσει προηγουμένως
για να πεθάνει, χωρίς καμιά γνώση
ότι πεθαίνει σε κάποια ζωή.

Σαλεύει, τα μάτια μισανοίγουν. Ρωτάει:
Πόσες πληρωμένες νύχτες μένουν ακόμα;
Λέτε: Τρεις.
Ρωτάει: Δεν αγαπήσατε ποτέ καμιά γυναίκα;
Λέτε: Όχι, ποτέ.
Ρωτάει: Δεν ποθήσατε ποτέ καμιά γυναίκα;
Λέτε: Όχι, ποτέ.
Ρωτάει: Ούτε μια φορά, μια στιγμή;
Λέτε: Όχι, ποτέ.
Ρωτάει: Ποτέ; Ποτέ;
Επαναλαμβάνετε: Ποτέ.
Χαμογελά, λέει: Περίεργο πράγμα ένας νεκρός.
.
(Αποσπάσματα από την «Αρρώστια του θανάτου». Μετάφραση: Κυβέλη Μαλαμάτη, εκδ. Εξάντας, 1984)

ΠΗΓΗ: http://www.poiein.gr/archives/30770/index.html

26 Μαρ 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Ο Περίπατος (Νεκρή Πιάτσα), Ντίνος Χριστιανόπουλος



Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Ένα άσπρο ημιφορτηγάκι σταμάτησε μπροστά στην πόρτα. «Ξεχάσατε το μαξιλάρι και τις παντόφλες της μητέρας σας», μου είπε ένα γεροντάκι που κατέβηκε από μπροστά. Μου άνοιξε την κλειστή καρότσα και είδα μέσα τη μητέρα μου, συγυρισμένη στο κιβούρι της και σκυθρωπή. «Μην παραξενεύεστε», συνέχισε το γεροντάκι. «Άμα, κανείς πεθάνει στην κλινική, τον κουβαλάμε μ’ αυτό, για να μη βλέπουν οι άρρωστοι τη νεκροφόρα κι αγριεύονται.» Της βάλαμε το μαξιλάρι και τις παντόφλες. «Θέλω μια χάρη», του είπα· “πριν να την πάτε στο νεκροταφείο, κάντε της μια γυροβολιά. Θα το χαρεί πολύ η ψυχή της.»

Όταν το απόγευμα την κατεβάζαμε στον τάφο, ένα χαμόγελο άνθιζε στο πρόσωπό της.
(από τη συλλογή διηγημάτων "Νεκρή πιάτσα" του Ντίνου Χριστιανόπουλου, εκδόσεις "Διαγώνιος")

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/christos.xanthakis?hc_ref=NEWSFEED&fref=nf

24 Μαρ 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Μαρία Μήτσορα Ο Μαγευτικός Φακός


Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΜΑΓΕΥΤΙΚΟΣ ΦΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΡΑ ΠΑΤΑΚΗΣ 2006

«Σ’ αυτόν τον κήπο με τις χρυσόπαπιες και με τις καρντερίνες ξεκαρδιζόταν ένας καταρράκτης από αίμα που πάγωνε ξαφνικά την ένατη μέρα του χειμώνα και γινότανε συμπαγές κομμάτι κατακόκκινο. Με ροζ αφρούς εδώ κι εκεί σχηματίζοντας στεφάνια τούλι μαρμαρωμένο. Το πιο θαυμαστό όμως ήταν η βλάστηση. Ο κήπος ήτανε γεμάτος πρασινούλικα σώματα μικρών παιδιών, άλλα σε στάση οριζόντια σαν παρτέρια ανοιγμένα από πάνω μέχρι κάτω φυτεμένα κρίνους και πανσέδες, κι άλλα όρθια υπέρκομψα δενδρύλλια με τα λουλούδια να κρέμονται απ’ τα ρουθούνια και τους καρπούς να ξεχύνονται απ’ τ’ αυτιά φτιάχνοντας βαριά σκουλαρίκια ή να κυλάνε απ’ τα μάτια δάκρυα χαράς. Όλα αυτά τα παιδάκια είχανε τιμωρηθεί για κάποια απότομη ερώτηση με την πιο τιμητική δοκιμασία.Τη Γενική Εγχείριση.Τριακόσιοι εξήντα πέντε κηπουροί όλοι τους πανύψηλοι συγγενείς του Αυτοκράτορα δούλευαν σαν τις μέλισσες μέρα-νύχτα, φροντίζοντας με πηχτές ενέσεις την τροφή των πράσινων παιδιών, διορθώνοντας τη στάση των κορμών, των μπράτσων, γυρίζοντας όλα τα κεφαλάκια ψηλά προς το παλάτι.
Ο Αυτοκράτορας μόλις είχε τελειώσει τη Γενική Εγχείριση στη μικρή Σαλίβα, το σώμα της λευκό ακόμη ήταν ξαπλωμένο στο τραπέζι του Υπαίθριου Χειρουργείου. Τρυφερές μελιτζάνες ξεπήδαγαν από τις άκρες των δαχτύλων της και μια μελιτζάνα γίγας κρεμότανε από τον αφαλό της. Ευχαριστημένος έτριξε την πλάτη του κι ανηφόρισε προς τον Πύργο των Ουράνιων Λιπασμάτων σκουπίζοντας τα χέρια του στη σταχτιά ταφταδένια του ρόμπα.
Αύριο θα σου πω για το παλάτι της χλωροφύλλης και για το ΚΛΕΙ, το κλειδί της Σοφίας και της Δύναμης του»


Ο ΜΑΓΕΥΤΙΚΟΣ ΦΑΚΟΣ (από το βιβλίο της Μαρίας Μήτσορα ΑΝΝΑ ΝΑ ΕΝΑ ΑΛΛΟ, Εκδόσεις ΑΚΜΩΝ 1978)

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές – Ενοικιάζονται όνειρα




Στις εννιά η ώρα το πρωί, εκεί που παίρναμε το πρωινό μας στη βεράντα του ξενοδοχείου Ριβιέρα στην Αβάνα, ένα τρομακτικό κύμα εμφανίστηκε στα καλά καθούμενα-η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ήρεμη-και ήρθε και συντρίφτηκε πάνω μας. Σήκωσε τα αυτοκίνητα που πέρναγαν μπροστά στην παραλιακή λεωφόρο καθώς και μερικά άλλα που ήταν παρκαρισμένα εκεί κοντά και τα τίναξε στον αέρα κάνοντάς τα κομμάτια στον πλαϊνό τοίχο του ξενοδοχείου.
Ήταν σαν μια έκρηξη δυναμίτη που σκόρπισε τον πανικό στους είκοσι ορόφους του κτιρίου μας, και μετατρέποντας το χολ σε ένα σωρό από σπασμένα γυαλιά όπου πολλοί ενοικιαστές είχαν εκσφεντονιστεί στον αέρα σαν έπιπλα. Μερικοί είχαν τραυματιστεί απ’ το χαλάζι των γυαλιών. Πρέπει να ήταν ένα παλιρροϊκό κύμα μνημειώδους μεγέθους: το ξενοδοχείο προστατευόταν από τη θάλασσα από έναν τοίχο και τη φαρδιά, διπλής κατεύθυνσης λεωφόρο που περνάει μπροστά του, αλλά το κύμα είχε ξεσπάσει με τέτοια δύναμη που εξαφάνισε το γυάλινο χολ.
Κουβανοί εθελοντές, με τη βοήθεια των τοπικών πυροσβεστών, άρχισαν να καθαρίζουν τις ζημιές και σε λιγότερο από έξι ώρες, αφού έκλεισαν την πύλη προς τη θάλασσα κι άνοιξαν μια εναλλακτική είσοδο, όλα επανήλθαν στη φυσική τους κατάσταση. Όλο το πρωινό κανένας δεν έδωσε σημασία στο αυτοκίνητο που είχε συντριβεί πάνω στον τοίχο του ξενοδοχείου, πιστεύοντας ότι ήταν ένα από τα αυτοκίνητα τα παρκαρισμένα στην παραλιακή λεωφόρο. Αλλά όταν τελικά ένας γερανός το μετακίνησε, ανακαλύφθηκε το σώμα μιας γυναίκας, δεμένο στο κάθισμα του οδηγού με τη ζώνη ασφαλείας. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό ώστε δεν είχε μείνει ούτε ένα κόκαλο στο σώμα της που να μην ήταν σπασμένο. Το πρόσωπό της ήταν υπεράνω αναγνώρισης. Αλλά υπήρχε ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλό της, που είχε παραμείνει ανέπαφο: είχε το σχήμα φιδιού με δυο σμαράγδια για μάτια. Η αστυνομία είπε ότι ήταν η οικονόμος του νέου πρέσβη της Πορτογαλίας και της γυναίκας του. Στην πραγματικότητα, είχε φτάσει μόλις πριν δεκαπέντε μέρες κι εκείνο το πρωί είχε φύγει για την αγορά με το καινούργιο τους αυτοκίνητο. Το όνομά της δε1 μου έλεγε τίποτα, όταν διάβασα για το συμβάν στην εφημερίδα, αλλά εκείνο το δαχτυλίδι, το σχήμα του φιδιού και τα σμαράγδια για μάτια, με έβαλε σε σκέψεις. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να μάθω σε ποιο δάχτυλο το φορούσε.
Ήταν μια ουσιώδης λεπτομέρεια: φοβόμουν ότι πιθανόν να ήταν μια γυναίκα που ήξερα και την οποία ποτέ δε θα ξεχάσω, ακόμα κι αν δεν έμαθα ποτέ το πραγματικό της όνομα. Κι εκείνη είχε ένα δαχτυλίδι στο σχήμα του φιδιού με σμαράγδια για μάτια, αλλά πάντοτε το φορούσε στο πρώτο δάχτυλο του δεξιού χεριού, κάτι το ασυνήθιστο ειδικά τότε.
Την είχα συναντήσει πριν σαράντα έξι χρόνια στη Βιέννη, έτρωγε λουκάνικα και βραστές πατάτες κι έπινε μπίρα κατ’ ευθείαν από το βαρέλι σε μια ταβέρνα όπου σύχναζαν Λατινοαμερικάνοι φοιτητές. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει από τη Ρώμη κι ακόμα θυμάμαι την εντύπωση που μου είχε κάνει το πλούσιο στήθος της-λες και ανήκε σε σοπράνο-οι χυτές ουρές της αλεπούς γύρω απ’ το κολάρο του παλτού της και το αιγυπτιακό δαχτυλίδι σε σχήμα φιδιού. Μιλούσε στοιχειώδη Ισπανικά με μια προφορά μαγαζάτορα και κομμένη την ανάσα και υποθέτω πως θα πρέπει να ήταν Αυστριακή, η μόνη σε κείνο το μακρόστενο ξύλινο τραπέζι. Είχα κάνει λάθος: είχε γεννηθεί στην Κολομβία και το διάστημα του Μεσοπολέμου είχε ταξιδέψει στην Αυστρία για να σπουδάσει τραγούδι και μουσική. Όταν τη συνάντησα πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα κι είχε αρχίσει να γερνάει πριν την ώρα της κι έτσι ανέδιδε κάποια μαγεία: και επίσης, ο πιο φοβερός άνθρωπος που έχω συναντήσει ποτέ μου.
Eκείνη την εποχή -τέλη της δεκαετίας του ’40-η Βιέννη δεν ήταν τίποτα άλλο από μια παλιά αυτοκρατορική πόλη την οποία η Ιστορία είχε υποβιβάσει σε μια απόμακρη επαρχιακή πρωτεύουσα, τοποθετημένη μεταξύ των δύο ασυμφιλίωτων κόσμων του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ένας παράδεισος για τους μαυραγορίτες και τους κατασκόπους. Δεν μπορούσα να φανταστώ περιβάλλον που θα ταίριαζε πιο πολύ στη φυγάδα συμπατριώτισσά μου, που εξακολουθούσε να τρώει στην ταβέρνα των φοιτητών, στη γωνιά, μόνο και μόνο από νοσταλγία για τις ρίζες της, γιατί είχε χρήματα περισσότερα απ’ όσα της χρειάζονταν για να αγοράσει ολόκληρη την ταβέρνα,  συμπεριλαμβανομένων και των φαγητών. Ποτέ δε μας είπε το πραγματικό της όνομα. Πάντα αναφερόμασταν σ’ αυτήν με το όνομα που είχαν επινοήσει γι’ αυτήν οι Λατινοαμερικάνοι φοιτητές: Φράου Φρίντα.
Με το που μας σύστησαν διέπραξα την τυχαία απερισκεψία να τη ρωτήσω πώς βρέθηκε σε τούτη τη μεριά του κόσμου, τόσο μακριά και τόσο διαφορετική απ’ τα ανεμοδαρμένα ύψη της περιοχής Κουιντίο της Κολομβίας. Μου απάντησε ορθά κοφτά: «Ενοικιάζω τον εαυτό μου να ονειρεύεται».
Αυτό ήταν το επάγγελμά της. Ήταν το τρίτο από τα έντεκα παιδιά ενός ευκατάστα του καταστηματάρχη απ’ την παλιά
περιοχή της Κάλδας και, από τότε που έμαθε να μιλάει, το καθιέρωσε ως συνήθεια να διηγείται τα όνειρά της πριν το πρωινό, όταν, είπε, οι δυνάμεις της προαίσθησης ήταν στη δυνατότερη καθαρότητά τους. Όταν ήταν επτά χρόνων
ονειρεύτηκε ότι ένας από τους αδελφούς της είχε παρασυρθεί από ένα μαινόμενο χείμαρρο. Η μητέρα, απλά και μόνο από νευρική δεισιδαιμονία, αρνήθηκε να επιτρέψει στο γιο της να κάνει εκείνο που απολάμβανε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο: να κολυμπήσει στο παραπλήσιο φαράγγι. Αλλά η Φράου Φρίντα είχε ήδη αναπτύξει το δικό της σύστημα ερμηνείας των προφητειών της.
«Αυτό που συμβαίνει στο όνειρο», εξήγησε, «δεν είναι ότι πρόκειται να πνιγεί, αλλά ότι δεν κάνει να τρώει γλυκά». Η ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα μια τρομερή τιμωρία, ειδικά για ένα πεντάχρονο αγόρι που δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του δίχως τα γλυκά της Κυριακής. Αλλά η μητέρα, επηρεασμένη από τις μαντικές δυνάμεις της κόρης της, βεβαίωσε ότι θα έμενε πιστή στη διαταγή της. Δυστυχώς, σε μια στιγμή που κανείς δεν πρόσεχε, ο γιος πνίγηκε μ’ ένα γλειφιτζούρι που έτρωγε κρυφά. Στάθηκε αδύνατο να τον σώσουν. Η Φράου Φρίντα ποτέ δε φαντάστηκε ότι θα ήταν δυνατό να κερδίσει τα προς το ζειν απ’ το ταλέντο της, μέχρις ότου η ζωή την άρπαξε απ’ το σβέρκο και, ένα βαρύ βιεννέζικο χειμώνα, χτύπησε το κουδούνι του πρώτου σπιτιού στο οποίο ήθελε να κατοικήσει. Όταν τη ρώτησαν τι μπορεί να κάνει, πρόσφερε την απλή απάντηση: «Ονειρεύομαι». Μετά από μια σύντομη εξήγηση, η κυρία του σπιτιού την προσέλαβε αντί ενός μισθού που ήταν κάτι περισσότερο από χαρτζιλίκι αλλά με ένα πολύ καλό δωμάτιο και τρία γεύματα τη μέρα. Πάνω απ’ όλα υπήρχε το πρωινό, η ώρα εκείνη όπου τα μέλη της οικογένειας κάθονταν για να πληροφορηθούν για το άμεσο πεπρωμένο τους: ο πατέρας, ένας πονηρός rentier, η μητέρα, μια εύθυμη γυναίκα με πάθος για ρομαντική μουσική δωματίου, και τα δυο παιδιά, ηλικίας έντεκα και εννιά χρονών. Όλοι τους ήταν θρησκευόμενοι και ως εκ τούτου επιδεκτικοί σε αρχαϊκές δεισιδαιμονίες. Ήταν πολύ ευχαριστημένοι με την άφιξη της Φράου Φρίντα στο σπίτι τους, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι κάθε μέρα θα αποκάλυπτε τη μοίρα της οικογένειας μέσω των ονείρων της.
Τα πήγαινε θαυμάσια, ειδικά κατά τη διάρκεια του πολέμου που ακολούθησε, όταν η ζωή ήταν χειρότερη από οποιοδήποτε εφιάλτη. Στο πρωινό τραπέζι κάθε μέρα, μόνη της αποφάσιζε τι θα έκανε εκείνη τη μέρα το κάθε μέλος της οικογένειας και πώς θα το έκανε, έως ότου οι προγνώσεις της έγιναν η μόνη φωνή εξουσίας του σπιτιού. Η κυριαρχία της πάνω στην οικογένεια ήταν απόλυτη: ακόμα κι ο πιο ασήμαντος αναστεναγμός γινόταν έπειτα από εντολή της. Ο πατέρας είχε πεθάνει λίγο πριν φτάσω στη Βιέννη και είχε φροντίσει να αφήσει στη Φράου Φρίντα ένα μέρος της περιουσίας του, πάλι υπό τον όρο ότι θα εξακολουθούσε να ονειρεύεται για την οικογένεια μέχρις ότου δε θα μπορούσε πια να ονειρεύεται. Πέρασα ένα μήνα στη Βιέννη ζώντας τη λιτή ζωή των φοιτητών ενώ περίμενα χρήματα τα οποία ποτέ δεν έφτασαν. Οι απρόσμενες γενναιόδωρες επισκέψεις της Φράου Φρίντα στην ταβέρνα μας ήταν σαν φιέστες στην ούτως ή άλλως πενιχρή κατάστασή μας. Μια νύχτα-η δυνατή μυρωδιά της μπίρας πάνω μας-μου ψιθύρισε κάτι στο αυτί με τέτοια πειθώ που δεν μπόρεσα να το αγνοήσω.
«Ήρθα εδώ ειδικά για να σου πω ότι χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου», είπε. «Πρέπει να φύγεις αμέσως απ’ τη Βιέννη και να μην επιστρέψεις πριν περάσουν πέντε χρόνια.» Τέτοια ήταν η πειθώ της ώστε την ίδια νύχτα πήρα το τελευταίο τρένο για τη Ρώμη. Έτρεμα τόσο που πιστεύω ότι επέζησα μιας καταστροφής που δε συνάντησα. Μέχρι σήμερα δεν έχω πατήσει το πόδι μου στη Βιέννη.
Πριν το συμβάν στην Αβάνα συνάντησα άλλη μια φορά τη Φράου Φρίντα, στη Βαρκελώνη, σε μια συνάντηση τόσο απρόσμενη που μου φάνηκε εξαιρετικά μυστηριώδης. Ήταν η μέρα που ο Πάμπλο Νερούδα έβαλε το πόδι του σε ισπανικό χώμα για πρώτη φορά απ’ τον εμφύλιο πόλεμο, κατά τη διάρκεια μιας στάσης ενός μεγάλου θαλασσινού ταξιδιού προς το Βαλπαραΐσο της Χιλής. Πέρασε το πρωινό του μαζί μας, κυνηγός σε παλιά βιβλιοπωλεία, αγοράζοντας τελικά ένα ξεθωριασμένο βιβλίο με  σκισμένα εξώφυλλα για το οποίο πρέπει να πλήρωσε το αντίστιχο μισθού δύο μηνών του Χιλιανού πρόξενου στο Ρανγκούν. Περπατούσε οκνηρά σαν ένας ελέφαντας που είχε ρευματισμούς, δείχνοντας παιδικό ενδιαφέρον για τον εσωτερικό μηχανισμό του κάθε πράγματος που αντίκριζε. Ο κόσμος του φαινόταν σαν ένα γιγάντιο ρολόι-παιχνίδι. Δεν ξέρω κανέναν που να έχει προσεγγίσει τόσο πολύ την ιδέα του Πάπα της Αναγέννησης-αυτό το μίγμα λαιμαργίας και λεπτότητας-ο οποίος, είτε το ‘θελε είτε όχι, θα κυριαρχούσε και θα προήδρευε σε οποιοδήποτε τραπέζι. Η Ματίλδη, η γυναίκα του, τον τύλιξε σε μια σαλιερίτσα που έμοιαζε πιο πολύ με ποδιά από κουρείο παρά με πετσέτα εστιατορίου, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να τον προφυλάξει απ’ το να βουτηχτεί στις σάλτσες. Εκείνη τη μέρα ο Νερούδα έφαγε τρεις ολόκληρους αστακούς, διαμελίζοντάς τους με την ακρίβεια ενός χειρουργού, ενώ ταυτόχρονα καταβρόχθιζε με τα μάτια τα πιάτα όλων των άλλων, έως ότου δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί και τσιμπούσε απ’ το κάθε πιάτο με μια απόλαυση και μια όρεξη που όλοι τη βρήκαν κολλητική: μύδια από τη Γαλικία, αγριόχηνες από την Κανταμπρία, μεγάλες γαρίδες από την Αλικάνδη, ξιφία από την Κόστα Μπράβα. Στο μεταξύ μιλούσε ακατάπαυστα, ακριβώς όπως οι Γάλλοι, για μαγειρικές απολαύσεις, ειδικά για τα προϊστορικά οστρακοειδή της Χιλής που ήταν ο έρωτας της καρδιάς του.
Και τότε ξαφνικά σταμάτησε να τρώει, έπιασε τα αυτιά του όπως τις αντένες ενός αστακού, και μου ψιθύρισε: «Υπάρχει κάποιος πίσω μου που μ’ έχει καρφώσει με τα μάτια του». Κοίταξα πάνω απ’ τον ώμο του. Ήταν αλήθεια. Τρία τραπέζια πιο πίσω, μια γυναίκα, χωρίς ντροπή, μ’ ένα παλιομοδίτικο τσόχινο καπέλο κι ένα μοβ μαντίλι, μασούσε αργά το φαγητό της με τα μάτια της καρφωμένα στον Νερούδα. Την αναγνώρισα αμέσως. Ήταν μεγαλύτερη και πιο χοντρή, αλλά ήταν εκείνη, με το δαχτυλίδι στο σχήμα του φιδιού στο πρώτο της δάχτυλο. Είχε ταξιδέψει στο ίδιο πλοίο με τους Νερούδα από τη Νάπολη, αλλά δεν είχαν συναντηθεί στο πλοίο. Την καλέσαμε για  καφέ και την παρακάλεσα να μας μιλήσει για τα όνειρά της, μόνο και μόνο για να διασκεδάσει τον ποιητή. Αλλά ο ποιητής δεν τα έτρωγε αυτά, ανακοινώνοντας μονομιάς ότι δεν πίστευε στη μαντική ικανότητα των ονείρων. «Μόνο η ποίηση είναι μάντις», είπε.
Μετά το γεύμα και την αναπόφευκτη βόλτα στη Ράμπλας, εσκεμμένα βρέθηκα με τη Φράου Φρίντα, έτσι για την ανανέωση της φιλίας μας, χωρίς να μας ακούνε οι άλλοι. Μου είπε ότι είχε πουλήσει την περιουσία της στην Αυστρία και, έχοντας αποσυρθεί στο Πόρτο, στην Πορτογαλία, τώρα έμενε σε μια απομίμηση κάστρου στην άκρη ενός γκρεμνού απ’ όπου μπορούσε κι έβλεπε ολόκληρο τον Ατλαντικό έως την Αφρική. Ήταν ολοφάνερο, αν και δεν το είπε ξεκάθαρα, ότι από όνειρο σε όνειρο κατέληξε να κληρονομήσει ολόκληρη την περιουσία των κάποτε απίθανων Βιεννέζων εργοδοτών της. Ακόμα κι αυτό δε με εντυπωσίασε, μόνο και μόνο γιατί πάντα νόμιζα ότι τα όνειρά της δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα για να τα βγάζει πέρα. Της το δήλωσα. Γέλασε με το ψεύτικο γέλιο της. «Είσαι τόσο αναιδής όσο ήσουν πάντα», είπε. Οι υπόλοιποι της παρέας είχαν σταματήσει και περίμεναν τον Νερούδα που τώρα μιλούσε σαν παπαγάλος σε χιλιανική αργκό, στο παζάρι των πουλιών.
Όταν ξανάπιασαν την κουβέντα η Φράου Φρίντα είχε αλλάξει θέμα: «Επί τη ευκαιρία», είπε, «μπορείς να επιστρέψεις στη Βιέννη αν θέλεις». Τότε κατάλαβα ότι είχαν περάσει δεκατρία χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. «Ακόμα κι αν τα όνειρά σου δεν είναι αληθινά, ποτέ δε θα επιστρέψω», της είπα, «μήπως και…» Στις τρεις χωρίσαμε για να συνοδέψω τον Νερούδα στην ιερή του σιέστα που την έκανε στο σπίτι μας, ακολουθώντας μερικές επίσημες προπαρασκευαστικές τελετουργίες που, για κάποιο λόγο, μου θύμισαν την ιαπωνική τελετή του τσαγιού. Μερικά παράθυρα έπρεπε να ανοίξουν, άλλα να κλείσουν -η ακριβής θερμοκρασία ήταν ουσιώδης- και μόνο κάποιο είδος φωτός από κάποια κατεύθυνση ήταν ανεκτό. Και τότε: απόλυτη σιωπή. Ο Νερούδα κοιμόταν αμέσως και ξυπνούσε δέκα λεπτά αργότερα, όπως κάνουν τα παιδιά. Εμφανίστηκε στο λίβινγκ ρουμ, φρέσκος φρέσκος, το μονόγραμμα απ’ τη μαξιλαροθήκη χαραγμένο στο μάγουλό του.
«Ονειρεύτηκα τη γυναίκα που ονειρεύεται», είπε. Η Ματίλδη τού ζήτησε να μας πει το όνειρό του. «Ονειρεύτηκα ότι με ονειρεύτηκε», είπε. «Ακούγεται σαν τον Μπόρχες», είπα. Με κοίταξε έκπληκτος. «Το ‘χει γράψει κιόλας;» «Αν δεν το ‘χει γράψει θα το γράψει κάποια μέρα», είπα. «Θα είναι ένας από τους λαβυρίνθους του». Με το που επιβιβαστήκαμε στις έξι εκείνου του απογεύματος, ο Νερούδα μας χαιρέτησε, πήγε να καθήσει σ’ ένα απόμακρο τραπέζι κι άρχισε να γράφει στίχους με την ίδια πένα πράσινου μελανιού που χρησιμοποιούσε για να σχεδιάζει λουλούδια, ψάρια και πουλιά στις αφιερώσεις που υπέγραφε στα βιβλία του. Με την πρώτη αναγγελία της αποβίβασης ψάξαμε για τη Φράου Φρίντα και τελικά, εκεί που νομίζαμε ότι δε θα τη βρίσκαμε, την είδαμε στο κατάστρωμα της τουριστικής θέσης. Κι εκείνη είχε μόλις σηκωθεί απ’ τη σιέστα της. «Ονειρεύτηκα τον ποιητή σας», μας είπε. Κατάπληκτος της ζήτησα να μου πει το όνειρο. «Ονειρεύτηκα ότι με ονειρευόταν», είπε και το δύσπιστο βλέμμα μου τη σάστισε. «Τι περιμένεις; Καμιά φορά στα όνειρα πρέπει να υπάρχει και κάποιος που να μην έχει καμιά σχέση με την πραγματική ζωή».
Ποτέ δεν την ξαναείδα, δεν την έβαλα στο νου μου μέχρι που άκουσα για το δαχτυλίδι σε σχήμα φιδιού στο δάχτυλο της γυναίκας που πέθανε στη θαλάσσια συμφορά στο ξενοδοχείο Ριβιέρα. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ και σε μια διπλωματική δεξίωση μετά λίγους μήνες ρώτησα τον πρέσβη της Πορτογαλίας. Ο πρέσβης μού μιλούσε γι’ αυτήν με ενθουσιασμό και τρομερό θαυμασμό. «Δεν μπορείς νο φανταστείς πόσο ασυνήθιστη ήταν», είπε. «Θα σου ήταν αδύνατο να αντισταθείς, θα έγραφες μια ιστορία γι’ αυτήν». Και συνέχισε στο ίδιο πνεύμα με μερικές τυχαίες, εκπληκτικές λεπτομέρειες, αλλά χωρίς να φαίνεται το τέλος πουθενά. «Πες μου τότε», είπα τελικά, διακόπτοντάς τον, «τι ακριβώς έκανε;» «Τίποτα», μου απάντησε, υψώνοντας τους ώμους ως ένδειξη παραίτησης, «Έβλεπε όνειρα».
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές – Ενοικιάζονται όνειρα
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κ.Π. Καβάφης, Δέησις

Κ.Π. Καβάφης
Δέησις

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη. —
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν καλοί καιροί —
και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ’λθει πια ο υιός που περιμένει.

Ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος (T.S. Eliot)

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.
Ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος
είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μέλλοντα χρόνο
και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιωνίως παρών
όλος ο χρόνος δεν μπορεί να πληρωθεί.
Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί είναι μια αφαίρεση
που παραμένει μια διαρκής δυνατότητα
μόνο σ’ έναν κόσμο από εικασίες.
Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί και ό,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν.
Μετάφραση Χ. Βλαβιανός

ΠΑΡΑΘΥΡΑ, εκδ.Μολύβι





Ένα ποίημα από τη συλλογή "Παράθυρα" εκδ. Μολύβι (η φωτο από την έκθεση)

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ A tale of two cities

It was the best of times,
it was the worst of times,
it was the age of wisdom,
it was the age of foolishness,
it was the epoch of belief,
it was the epoch of incredulity,
it was the season of Light,
it was the season of Darkness,
it was the spring of hope,
it was the winter of despair,
we had everything before us, we had nothing before us, we were all going direct to Heaven, we were all going direct the other way— in short, the period was so far like the present period, that some of its noisiest authorities insisted on its being received, for good or for evil, in the superlative degree of comparison only.

CHARLES DICKENS, A tale of two cities

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Αναφορά στον Γκρέκο, Καζαντζάκης

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περιχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Σαπφώ, ΑΤΘΙΔΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΤΘΙΔΑ
ΑΤΘΙΔΑ
Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.
απ’ το νερό πιο δροσερή,
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ’ το χρυσάφι πιο ακριβή,
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.


Κι από το γάλα πιο λευκή,

Γράφτηκε χιλιάδες χρόνια πριν, από τη Σαπφώ, (μετάφραση Ο. Ελύτης)

https://www.youtube.com/watch?v=8qE73jrNlbg

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ Πώς φτιάχνονται τα ποιήματα

Σχετική εικόνα
Μαγιακόβσκι: «Περπατάω, χειρονομώ και βγάζω βρυχηθμούς, ακόμα σχεδόν χωρίς λόγια και πότε κόβω το βήμα για να μη διαταράσσεται το μούγκρισμα πότε επιταχύνω το μούγκρισμα στον ρυθμό των βημάτων.
Έτσι τορνεύεται και φορμάρεται ο ρυθμός -η βάση του δη- αφού δηλαδή πρώτα το διαπεράσει το ποίημα ο ρυθμός με τη μορφή βοής. Σιγά σιγά απ' αυτή τη βοή αρχίζεις και ξεχωρίζεις λέξεις. ...Πρώτη, το πιο συχνά, φανερώνεται η κύρια λέξη. Η κύρια λέξη χαρακτηρίζει και το νόημα του ποιήματος ή είναι εκείνη που πάνω της στηρίζεται η ρίμα. ...Από πού έρχεται αυτός ο πρώτος ρυθμός-βοή, άγνωστο. Για μένα είναι η επανάληψη μέσα μου κάθε ήχου, θορύβου, λικνίσματος, ακόμη και η επανάληψη κάθε παράστασης που εγώ προσλαμβάνω σαν ήχο. ...Η προσπάθεια να οργανώσεις την κίνηση, να οργανώσεις τους ήχους γύρω σου, ανακαλύπτοντας τον χαρακτήρα, τις ιδιαιτερότητές τους, είναι μία από τις σημαντικές σταθερές στη δουλειά της ποίησης, τα ρυθμικά αποθέματα δηλαδή...
Ο ρυθμός είναι η βασική δύναμη, η βασική ενέργεια του ποιήματος. Δεν γίνεται να τον εξηγήσεις. ...Ο ρυθμός γεννιέται μέσα μου όταν αρχίζω να επενδύω αυτή τη ρυθμική βοή με λέξεις, λέξεις που τις κινεί ο στόχος».
(Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι, Πώς φτιάχνονται τα ποιήματα, Υψιλον, μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

ΠΗΓΗ: http://www.e-poema.eu

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, Κάτω από το γαλατόδασος, Ντύλαν Τόμας


Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.

"- Είμαι ένας υφασματέμπορας τρελός από έρωτα. Σ' αγαπώ περισσότερο από τη φανέλα, το κουκουλάρικο, το δίμιτο, το κρεπ, το κρετόν, το κρεπ ντε σιν, τη μουσουλίνα, την ποπλίνα, το καναβάτσο, το μερινός κι απ' όλα τα υφάσματα του κόσμου. Ήρθα να σε πάρω στο εμπορικό μου, στο Λόφου, όπου τα ρέστα έρχονται αυτόματα. Πέταξε τα σοσόνια του ύπνου και την ουαλέζικη μάλλινη ζακέτα σου, εγώ θα σου ζεστάνω τα σεντόνια σαν ηλεκτρική ψηστιέρα. Θα ξαπλώσω δίπλα σου σαν ψητό της Κυριακής.
- Θα σου πλέξω ένα πουγκί μη-με-λησμόνει μπλε για τα λεφτά σου. Θα σου ζεστάνω την καρδιά κοντά στη φωτιά τόσο πολύ, που να τη φοράς κατάσαρκα όταν κλείνεις το μαγαζί."
Ντύλαν Τόμας, Κάτω από το γαλατόδασος, μτφ Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, εκδόσεις Ερμείας

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ The sound of silence, Paul Simon

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.

Ο γυάλινος κώδων, Σίλβια Πλαθ

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.

«Γι` αυτόν που βρίσκεται μέσα στο γυάλινο κώδωνα, άδειος κι ακινητοποιημένος σαν νεκρό μωρό, ο ίδιος ο κόσμος είναι το κακό όνειρο» 
«Ξέρεις τι είναι ένα ποίημα, Έστερ; Όχι, τι είναι; θα έλεγα εγώ. Ένας σβόλος χώμα. Τότε, πάνω που θ` άρχιζε να χαμογελάει και να κορδώνεται, εγώ θα έλεγα: Το ίδιο και τα πτώματα που πετσοκόβεις. Το ίδιο και οι άνθρωποι που νομίζεις ότι θεραπεύεις. Είναι χώμα και τίποτε άλλο. Θαρρώ ότι ένα καλό ποίημα ζει περισσότερο απ` ό,τι εκατό απ` αυτούς τους ανθρώπους μαζί»
‘‘… Λόγια, αμυδρά οικεία, αλλά κάπως στριμμένα, σαν πρόσωπα σε παραμορφωτικό καθρέφτη, πέρασαν χωρίς να αφήσουν την παραμικρή εντύπωση στη γυάλινη επιφάνεια του εγκεφάλου μου… Τα γράμματα μεγάλωναν με ακίδες σαν κέρατα κριαριών. Τα παρατηρούσα να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο και να τρέμουν πάνω και κάτω με ένα ανόητο τρόπο… Κι ύστερα συνδέθηκαν μεταξύ τους σε φανταστικά σχήματα, όπως τα αραβικά ή τα κινέζικα… ’’.
‘‘…Είδα τον εαυτό μου να κάθομαι στη διχάλα της συκιάς, πεθαίνοντας από την πείνα,μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσα να αποφασίσω ποιο σύκο να επιλέξω’’
‘‘Προσπάθησα να μιλήσω με ψυχρό, ήρεμο τρόπο, αλλά το ζόμπι ανέβηκε στο λαιμό μου και με έπνιξε’’.
‘… κάτι ξεπήδησε μέσα από το φωτιστικό, κάτι σαν γαλάζια αστραπή και με τράνταξε ώσπου τα δόντια μου άρχισαν να κροταλίζουν και προσπάθησα να τραβήξω τα χέρια μου, μα είχαν κολλήσει και ούρλιαξα, ή τουλάχιστον ένα ουρλιαχτό βγήκε απ’ το λαρύγγι μου γιατί δεν το αναγνώρισα, μα το άκουσα να ωρύεται και να πάλλεται σαν πνεύμα που αποσπάσθηκε βιαίως από το σώμα που το φιλοξενούσε’’
‘‘Όταν έφτασε η ώρα να το κάνω, το δέρμα στους καρπούς μου φαινόταν τόσο λευκό και ανυπεράσπιστο, που δεν μπόρεσα. Έμοιαζε σαν αυτό που ήθελα να σκοτώσω να μη βρισκόταν εκεί μέσα στο δέρμα ή στον αδύναμο μπλε σφυγμό που αναπηδούσε κάτω από τον αντίχειρά μου, αλλά κάπου αλλού, βαθύτερα, πιο μυστικό, και πιο δύσκολο να φτάσω’’.
Μα δεν ήμουν σίγουρη. Καθόλου σίγουρη. Πως ήξερα ότι κάποια μέρα, στο κολέγιο στην Ευρώπη, κάπου, οπουδήποτε, ο γυάλινος κώδωνας, με τις ασφυκτικές του παραμορφώσεις, δεν θα με έκλεινε ξανά μέσα του’’ ;


ΠΗΓΗ: Sylvia Plath, Ο γυάλινος κώδων, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου, εκδόσεις Μελάνι, Οκτώβριος 2007

Anne Sexton, Ο θάνατος της Σίλβια, για τη Σίλβια Πλαθ



Σχετική εικόνα
Ω Σίλβια, Σίλβια,
μ’ ένα νεκρό κουτί γεμάτο πέτρες και κουτάλια,
με δυο παιδιά, δυο διάττοντες
που τριγυρνούν αδέσποτοι σ’ ένα μικρό δωμάτιο παιχνιδιών,
με το στόμα σου στο σεντόνι
στο δοκάρι της στέγης, στη βουβή προσευχή,
(Σίλβια, Σίλβια
πού πήγες
αφού μου έγραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια της πατάτας
και τη μελισσοκομία;)
σε τι παραστεκόσουν,
πώς πλάγιασες μέσα του έτσι απλά;
Κλέφτρα! -
πώς σύρθηκες μέσα του
πώς σύρθηκες μονάχη
μέσα στο θάνατο που επιζητούσα τόσο έντονα,
για τόσο καιρό
μέσα στο θάνατο που και οι δυο μας λέγαμε πως ξεπεράσαμε
αυτόν που φορούσαμε στα λιπόσαρκα στήθη μας
αυτόν για τον οποίο μιλούσαμε τόσο συχνά, κάθε φορά
που κατεβάζαμε τρία έξτρα ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη
τον θάνατο που μίλαγε για αναλυτές και θεραπείες
τον θάνατο που μίλαγε σαν πολύφερνη νύφη
τον θάνατο που του κάναμε προπόσεις
- τα κίνητρα και μετά η αθόρυβη πράξη;
(Στη Βοστόνη
οι πεθαμένοι
μπαίνουν σε ταξί
ναι, ο θάνατος πάλι,
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).
Ω, Σίλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο τυμπανιστή
που κρατούσε τον ρυθμό στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία
πώς ήθελε να τον αφήσουμε σαν σαδιστής
να πλησιάσει ή σαν νεράιδα Νεοϋορκέζα
να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα παράθυρο στον τοίχο ή ένα λίκνο·
κι αυτό περίμενε από τότε
κάτω από την καρδιά μας, στο ντουλάπι μας,
και βλέπω τώρα ότι τον αποθησαυρίζουμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και δοκιμάζω με το νέο του θανάτου σου
μια γεύση του απαίσια, που μοιάζει με αλάτι.
(Κι εγώ,
κι εγώ επίσης.
Και τώρα, Σίλβια,
εσύ ξανά
με τον θάνατο ξανά
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).
Και λέω μόνο,
με τα μπράτσα απλωμένα σ’ αυτόν τον πέτρινο τόπο,
τι άλλο είναι ο θάνατός σου
από ένα παλιό προσωπικό αντικείμενο,
ένα σημάδι που έπεσε
από ένα σου ποίημα;
(Ω, φίλη μου,
όσο έχει κακό φεγγάρι
και ο βασιλιάς έχει εξαφανιστεί
και η βασίλισσα είναι σε πλήρες αδιέξοδο,
ο θαμώνας των μπαρ πρέπει να τραγουδά!)
Ω, μικροσκοπική μητέρα
κι εσύ επίσης!
Ω, αστεία δούκισσα!
Ω, ξανθό κορίτσι!

ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.
Κάποτε ένας μεγάλος βασιλιάς μάζεψε τους σοφούς της αυλής του και τους είπε:
«Φτιάχνω ένα πολύ όμορφο δαχτυλίδι. Έχω το πιο όμορφο διαμάντι του κόσμου. Θέλω όμως να βάλω μέσα στο δαχτυλίδι ένα μήνυμα το οποίο θα μου φανεί χρήσιμο σε καιρό απόλυτης και μεγάλης απελπισίας. Το μήνυμα πρέπει να είναι μικρό για να χωράει κάτω από το διαμάντι».
Ήταν όλοι τους σοφοί και σπουδαίοι επιστήμονες. Έψαξαν τα βιβλία τους , σκέφτηκαν, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν κάτι. O βασιλιάς είχε έναν γέρο υπηρέτη που ήταν σαν πατέρας του. Η μητέρα του βασιλιά πέθανε πολύ νέα κι από τότε τον πρόσεχε ο γέρος αυτός υπηρέτης. Ο βασιλιάς έτρεφε απέραντο σεβασμό και αγάπη γι΄αυτόν. Ο υπηρέτης, λοιπόν, είπε του βασιλιά:
«Δεν είμαι σοφός, ούτε επιστήμονας, ούτε καν σπουδαγμένος. Αλλά ξέρω το μήνυμα που ψάχνεις-γιατί υπάρχει μόνο ένα μήνυμα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να στο δώσουν. Μπορεί να σου δοθεί μόνον από έναν μυστικιστή, από έναν άνθρωπο που έχει συνειδητοποιήσει τον εαυτό του. Στην μακρόχρονη παραμονή μου στο παλάτι γνώρισα λογιών λογιών ανθρώπους. Κάποτε ένας τέτοιος φωτισμένος μυστικιστής ήταν προσκαλεσμένος του πατέρα σου και ήμουνα στις διαταγές του όλο το διάστημα που έμεινε εδώ. Όταν έφευγε, σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης μου έδωσε αυτό το μήνυμα», και ο υπηρέτης το έγραψε σε ένα μικρό κομματάκι χαρτί, το τύλιξε και είπε του βασιλιά:
«Μην το διαβάσεις, μόνο κρύψτο μέσα στο δαχτυλίδι. Άνοιξε το μόνο όταν όλα τα άλλα που έχεις δοκιμάσει έχουν αποτύχει, όταν βλέπεις ότι δεν υπάρχει καμμία άλλη διέξοδος».
Και σύντομα ήρθε για τον βασιλιά μια τέτοια ώρα. Ο βασιλιάς έχανε το βασίλειό του, εχθροί τον κυνηγούσαν κι αυτός κάλπαζε απελπισμένος πάνω στο άλογό του προσπαθώντας να σώσει τη ζωή του.
Ήταν μόνος, οι εχθροί πίσω του, αναρίθμητοι. Έφτασε σ΄ ένα μέρος που ήταν αδιέξοδο. Δεν μπορούσε να πάει ούτε μπροστά , ούτε πίσω. Ξαφνικά, θυμήθηκε το δαχτυλίδι. Το άνοιξε, έβγαλε το χαρτί το οποίο απλά έγραφε:
«Και αυτό θα περάσει».
Καθώς διάβαζε, έμεινε σιωπηλός. Όλα σιώπησαν, μέσα του και γύρω του.
«Κι αυτό θα περάσει».
Και πέρασε. Όλα περνούν, τίποτα δε μένει το ίδιο. Οι εχθροί που τον κυνηγούσαν, πρέπει να χάθηκαν στο δάσος ή να πήραν λάθος κατεύθυνση. Έπαψαν να τον κυνηγούν. Ο βασιλιάς ήταν ευγνώμων και στον υπηρέτη και στον άγνωστο μυστικιστή.
Αυτές οι λίγες λεξούλες αποδείχτηκαν θαυματουργές. Ξανάβαλε το χαρτάκι μέσα στο δαχτυλίδι του, μάζεψε τα στρατεύματά του και κατάφερε να κυριέψει πάλι το βασίλειό του. Όταν έμπαινε θριαμβευτής στην πρωτεύσουσά του, αισθανόταν μεγάλη περηφάνια.
Όλοι γιόρταζαν ανά την επικράτεια, παντού ακούγονταν μουσικές και ο κόσμος χόρευε στους δρόμους. Ο πιστός υπηρέτης περπατούσε δίπλα του ανάμεσα στη συνοδεία του. Του είπε:
«Αυτή η στιγμή είναι επίσης κατάλληλη: ξαναδιάβασε το μήνυμα ».
Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε.
«Τι εννοείς? Τώρα είμαι νικητής, οι υπήκοοί μου πανηγυρίζουν. Δεν βρίσκομαι σε απόγνωση. Δεν βρίσκομαι σε μια κατάσταση που να μοιάζει αδιέξοδη».
Ο γέρο-υπηρέτης απάντησε:
«Άκου. Αυτό είπε ο φωτισμένος εκείνος άνθρωπος και σε μένα τότε: αυτό το μήνυμα δεν είναι μόνο για ώρες απόγνωσης και απελπισίας. Δεν είναι μόνο για όταν αισθάνεσαι ή είσαι νικημένος. Είναι, επίσης, και για όταν είσαι θριαμβευτής. Όχι μόνο για όταν είσαι ο τελευταίος αλλά και για όταν είσαι ο πρώτος».
Και ο βασιλιάς άνοιξε το δαχτυλίδι, διάβασε πάλι το μήνυμα. «Και αυτό θα περάσει», και ξαφνικά η ίδια σιωπή μέσα του.
Τα πλήθη εξακολουθούσαν να πανηγυρίζουν και να χορεύουν. Η υπερηφάνεια, η έπαρση, το εγώ του είχε εξαφανιστεί. Όλα περνούν. Ζήτησε από τον υπηρέτη του να έρθει και να καθίσει μαζί του και τον ρώτησε:
« Υπάρχει τίποτα άλλο? Όλα περνούν.. Το μήνυμά σου με βοήθησε αφάνταστα».
Ο πιστός υπηρέτης μίλησε ξανά:
«Το τρίτο πράγμα που ο σοφός εκείνος άνθρωπος είπε ήταν: θυμήσου, κάθε τι περνάει, όλα περνούν. Μόνο εσύ παραμένεις, εσύ παραμένεις για πάντα ως μάρτυρας, ως παρατηρητής».
ΠΗΓΗ:
http://epikuros-epikuros.blogspot.gr /2014/02/blog-post_10.html

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.

Τα μεγάλα ρολόγια στους τοίχους σταμάτησαν
- κανείς δεν τα κουρντίζει.
Κι αν κάποτε στέκομαι μπροστά τους δεν είναι
για να δω την ώρα, μα το ίδιο μου το πρόσωπο
καθρεφτισμένο στο γυαλί τους, περίεργα άσπρο,
γύψινο, απαθές σαν έξω από το χρόνο, ενώ στο
σκοτεινό τους βάθος, οι σταματημένοι δείχτες,
πίσω ακριβώς από το είδωλο μου, είναι ένα
ασάλευτο νυστέρι που πια δεν έχει ν' ανοίξει
ένα τραύμα, δεν έχει να μου αφαιρέσει τίποτα
- φόβο ή ελπίδα, αναμονή κι' αδημονία....

Μια αόριστη ομίχλη στέκεται ανάμεσα στα πάντα.
Αυτή η ωραία αοριστία είναι η μοναδική πραγματικότητα, 
φτιάχνει από μένανε μια ξένη, μακρινή κι άτρωτη σχεδόν, 
όπως εκείνη η κηλίδα στην ομίχλη, 
και χαίρομαι μ’ αυτήν την ελαφρότητα, 
μ’ όλο που τη φοβούμαι κάπως. 
Αν βγάλω τούτα τα βραχιόλια, 
αν λύσω τη νύχτα τα μαλλιά μου, 
αν λύσω τα κορδόνια απ’ τα σαντάλια μου, 
προπάντων αν βγάλω ετούτα τα βαριά περιδέραια,
που μου κρατούν τον λαιμό σαν χαλκάδες, 
θαρρώ πως θα φύγω προς τα πάνω, θα εξαερωθώ. 
Δε θα το’θελα. Ίσως γι’ αυτό τα φορώ. 
Με στερεώνουν κατά κάποιον τρόπο, 
παρ’ ότι μ’ ενοχλούν συχνά τα φορώ και στον ύπνο μου, 
σαν να’μαι ένα σκυλί που εγώ ή ίδια 
το’ χω δέσει μπρος σε μια πεσμένη πόρτα. 


Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη (4η Διάσταση)

Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου

Φωτογραφία της Joanna Ampatzi.
"Η γλώσσα μου είναι ένα δέρμα. Τρίβω τη γλώσσα μου πάνω στον άλλον: σάμπως να είχα λέξεις στη θέση των δαχτύλων η δάχτυλα στις άκρες των λέξεών μου. Η γλώσσα μου τρέμει από πόθο. Η ταραχή πηγάζει από μια διπλή επαφή: αφενός, μια ολόκληρη φραστική δραστηριότητα καταδείχνει έμμεσα και διακριτικά ένα και μοναδικό σημαινόμενο, το «σε ποθώ», που το αποδεσμεύει, το τροφοδοτεί, το υποδιαιρεί, το κάνει να εκρήγνυται (η γλώσσα ηδονίζεται με την αφή του εαυτού της)∙ αφετέρου, τυλίγω τον άλλον μέσα στις λέξεις μου, τον χαϊδεύω, τον ψηλαφώ, συντηρώ την ψηλάφηση, ξοδεύομαι προσπαθώντας να εξασφαλίσω τη διάρκεια αυτού του σχολιασμού στον οποίον υποβάλλω τη σχέση.
(Μιλώ ερωτικά, σημαίνει: δαπανώ ατέρμονα, χωρίς να διέρχομαι καμιά κρίση. Σημαίνει: επιδίδομαι σε μια σχέση χωρίς οργασμό. Υπάρχει ίσως μια λογοτεχνική φόρμα που αντιστοιχεί σ’ αυτό το coϊtus reservatus: είναι το μαριβοντάζ*)."

https://www.thepressproject.gr/article/7910/pospasmata-tou-erotikou-logou

Μποστ, ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ (απόσπασμα)


Αποτέλεσμα εικόνας για το επάγγελμα της μητρός μου
Όταν η μητέρα μου, την ώρα που τρώγαμε, ανάγγειλε στον πατέρα μου ότι θα γίνει πόρνη, εκείνος, που ήταν παλαιών αρχών, θέλησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψει. Δεν το εύρισκε σωστό ν’ ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα.
― Γιατί ειδικώς θέλεις ν’ ακολουθήσεις αυτό το επάγγελμα και να γίνεις πόρνη; την ρώτησε με καλωσύνη, σκουπίζοντας το στόμα του με την πετσέτα.
― Για να κερδίσω χρήματα και να είμαι αυτάρκης. Δεν θέλω συνεχώς να σου ζητώ χρήματα, είπε, βάζοντας λίγη σούπα στα πιάτα μας.
Ο πατέρας μου έμεινε για λίγο σκεπτικός. Μετά της είπε:
― Οι προθέσεις σου, βεβαίως, είναι αγαθές και η επιθυμία σου να συμβάλεις με το κατά δύναμιν, με συγκινεί αφαντάστως. Αλλά είσαι τόσον βεβαία ότι με τον κλάδον τον οποίον θα ακολουθήσης, θα κερδίσης αρκετά;
Η μητέρα μου ετίναξεν υπερήφανα το κεφάλι προς τα πίσω όπως το συνήθιζεν και απήντησε.
― Ναι, το πιστεύω. Είμαι υπερβεβαία ότι θα κερδίσω.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του. Ήξερα ότι ήταν ρεαλιστής και δεν επείθετο εύκολα.
― Τότε, ημπορείς να μου αναφέρεις μερικά ονόματα γυναικών αι οποίαι να επλούτισαν με αυτό το επάγγελμα; Και εάν μου αναφέρεις και κατορθώσεις να με πείσεις, τότε εγώ ο ίδιος, υπόσχομαι να σε βοηθήσω και να σου δώσω τα αρχικά κεφάλαια, ώστα να θέσεις τας βάσεις μιας αποδοτικής εργασίας.
Την ώρα που ο μπαμπάς μασούσε, η μαμά του ανέφερε μερικά ονόματα γνωστών της κυριών.
― Ορίστε, συμπλήρωσε. Αυτές πώς κερδίζουν χρήματα;
Ο πατέρας μου την κοίταξε μειδιώντας συγκαταβατικά. Έπειτα έβγαλε τα γυαλιά του, τα ύγρανε κι άρχισε να τα καθαρίζει με αργές κινήσεις.
― Μα, αγαπητή μου, γιατί ομιλείς σαν παιδί; Αυτές έχουν γνωριμίες που τις καλλιεργούν εδώ και 20 χρόνια. Δεν νομίζω ότι θα έχεις τας επιτυχίας αυτών. Αυταί επεδόθησαν από μικράς ηλικίας, κατέχουν το επάγγελμα καλώς κι έχουν αποκτήσει πείραν και ειδικότητα. Δεν ημπορείς εσύ εις την ηλικίαν των 45 ετών να κάνεις καριέραν. Πολύ φοβούμαι, ότι δεν σταθμίζεις καλώς τα πράγματα και οι κόποι σου θα αποβούν επί ματαίω…
― Τουλάχιστον, θα έχω την ικανοποίησιν ότι δοκίμασα.
― Δεν αντιλέγω. Αλλά νομίζω ότι σκέπτεσαι ολίγον επιπολαίως. Πιστεύω ότι δεν είναι κλίσις, αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά να… πώς να το πούμε… το θεωρώ δι’ εν περαστικόν καπρίτσιο.
― Πόσον λίγο με ξέρεις… είπεν η μητέρα μου αρκετά πειραγμένη.
― Αλλ’ ακριβώς, επειδή σε γνωρίζω καλώς, δι’ αυτό επιμένω, συνέχισεν ο πατέρας μου. Έχω την εντύπωσιν, ότι μετά δύο-τρεις μήνας θα σου λείψει ο ενθουσιασμός. Θα σου λείψει η απαραίτητος πίστις δια να συνεχίσεις.
― Σου ορκίζομαι εις τα παιδιά μας, είπε με σταθερή φωνή η μητέρα μου χαϊδεύοντάς μας με το στοργικό της βλέμμα. Σου υπόσχομαι ότι θα υπηρετήσω πιστά το επάγγελμα που διάλεξα. Θέλω κάποια μέρα να είσαι υπερήφανος για μένα.
Ο πατέρας μου τότε δεν έφερε αντίρρησιν και τέλος εκάμφθη.
― Έστω, είπεν. Τότε δεν έχω παρά να σου ευχηθώ καλήν πρόοδον και ευόδωσιν εργασιών.

ΠΗΓΗ Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού:
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=529&author_id=30